Λάμπρος Χούτος: Από τις ακαδημίες του Παναθηναϊκού και της Ρόμα στον Πειραιά, μετά στην Ίντερ, στον Πανιώνιο και άδοξο τέλος στη Serie C.

Ο Χούτος υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα wonderkids του Ελληνικού ποδοσφαίρου στα τέλη της δεκαετίας του 90′ και τις αρχές του 2000. Αγωνίστηκε σε ομάδες, που πολλοί Έλληνες ποδοσφαιριστές θα ζήλευαν, ωστόσο παρά το ιδανικό ξεκίνημα δεν είχε ανάλογη πορεία στη συνέχεια της καριέρας του.

Ο Λάμπρος Χούτος γεννήθηκε στις 7 Δεκεμβρίου του 1979. Στα 14 του χρόνια υπήρξε μέλος των ακαδημιών του Παναθηναϊκού, αφού είχε κερδίσει το ενδιαφέρον των σκάουτερ του τριφυλλιού, όταν ακόμη έπαιζε στον Αστέρα Πολυγώνου. Στην Παιανία είχε συμπαίκτες τους μετέπειτα εμβληματικούς για τον Παναθηναϊκό Γιώργο Καραγκούνη και Γιάννη Γκούμα.Η θητεία του στα ‘’ μωρά ‘’ του Παναθηναϊκού ολοκληρώθηκε το 1995, τότε δηλαδή που έπειτα από πρωτοβουλία του πατέρα του έγινε μέλος των ακαδημιών της Ρόμα. Σε ηλικία 16 ετών είχε καταφέρει πράγματα που άλλοι Έλληνες ποδοσφαιριστές δεν μπόρεσαν να πετύχουν  σ΄όλη τους την ποδοσφαιρική ζωή. Στα φυτώρια της Ρόμα παρέμεινε έναν μόλις χρόνο και από το 1996 προάχθηκε στην πρώτη ομάδα, παρέα με τους Αλνταϊρ, Τότι και Μπάλμπο.  Στους Τζιαλορόσι πραγματοποίησε μόλις 4 εμφανίσεις σε διάστημα 3 σεζόν, χωρίς να σημειώσει κάποιο γκολ. Ωστόσο ο Χούτος υπήρξε ο νεότερος ποδοσφαιριστής που έκανε ντεμπούτο στη Σεριε Α, σε ηλικία 17 ετών και 8 ημερών, παίζοντας δέκα λεπτά κόντρα στη Νάπολι, στη νίκη της ομάδας του με 1-0, για τη 13η αγωνιστική. Στην ομάδα της Ιταλικής  πρωτεύουσας παρέμεινε μέχρι τον Ιανουάριο του 2000.

Ο 21 ετών τότε Χούτος παραγκωνισμένος  από τη Ρόμα, αποφάσισε να αφήσει τις χλιδές, το ακριβό αυτοκίνητο, τα ρούχα Αρμάνι και την πολυτελή Βίλα και να γυρίσει στην Ελλάδα για λογαριασμό του Ολυμπιακού. Στο λιμάνι του Πειραιά έπαιξε δίπλα σε βαριά ονόματα, όπως του νεοαφιχθέντα το καλοκαίρι του 99’ Τζιοβάνι, αλλά και τoυ με πλουσιοπάροχες αποδοχές  Ζλάτκο Ζάχοβιτς που είχε αποκτηθεί από την Πόρτο το περασμένο καλοκαίρι. Στον Ολυμπιακό στην πρώτη του κιόλας χρονιά κατέγραψε 14 συμμετοχές, 7 γκολ και 1 ασίστ. Διόλου άσχημα για το πρώτο του εξάμηνο με τα ερυθρόλευκα.Η επόμενη χρονιά δεν εξελίχθηκε το ίδιο καλά για τον Λάμπρο Χούτο. Αυτό γιατί  ο Έλληνας φορ τραυματίστηκε στο αδιάφορο παιχνίδι των ερυθρολεύκων κόντρα στον Εθνικό Αστέρα στην Πάτρα, για τον θεσμό του Κυπέλλου Ελλάδος (30/11/2000), έχοντας μάλιστα σκοράρει πιο πριν. Ο γιατρός της ομάδας, Χρήστος Δάρας διέγνωσε μετά τη μαγνητική τομογραφία πως ο Χούτος είχε υποστεί ρήξη χιαστών, κάτι που θα τον κρατούσε εκτός δράσης για αρκετούς μήνες. Ο 21 χρονος παίκτης επέστρεψε στην αγωνιστική δράση, μετά από μόλις 4 μήνες, σε ένα παιχνίδι πρωταθλήματος έναντι στην Ξάνθη, παίζοντας κάτι παραπάνω από 30 λεπτά. Στις 12 Μαϊου του ίδιου έτους ο Ολυμπιακός γνώρισε την ήττα στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδος (4-2), απέναντι στον ΠΑΟΚ, με τον Χούτο απλώς να μειώνει τον δείκτη του σκορ λίγο πριν το τελευταίο σφύριγμα του Καζναφέρη. Απολογισμός 14 εμφανίσεις και 9 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις για τον βραχύσωμο φορ.

Η σεζόν 2001-2002 βρίσκει τον Χούτο να κάνει φυσικοθεραπείες στο χειρουργημένο γόνατο του .Η πρότελευταια χρονιά  (2002-2003) του Χούτου στον Πειραιά ήταν ίσως και η πιο επιτυχημένη στην καριέρα του. Άγωνίστηκε σε 26 παιχνίδια, βρίσκοντας τέρμα 14 φορές, ενώ παράλληλα μοίρασε και 4 τελικές πάσες σε συμπαίκτες του. Αποκορύφωμα της σεζόν εκείνης για τον 23χρονο επιθετικό υπήρξε το γκολ που πέτυχε απέναντι στην πανίσχυρη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.

Η τελευταία χρονιά του Χούτου (2003-2004) με τα ερυθρόλευκα δεν συνοδεύτηκε με ιδιαίτερη επιτυχία, αφού ο βραχύσωμος επιθετικός έπαιξε μόλις 13 παιχνίδια, σημειώνοντας 3 γκολ και ισάριθμες ασίστ. Eκείνο το καλοκαίρι  ο Χούτος πραγματοποίησε ελεύθερη μεταγραφή στην Ίντερ, θέλοντας να δοκιμάσει ξανά τις δυνάμεις του στην Ιταλία.

Οι Νερατζούρι λοιπόν αποτέλεσαν τον επόμενο σταθμό στην καριέρα του Χούτου, όχι όμως και το λιμάνι του, διότι ο  Έλληνας φορ δεν κατόρθωσε να παίξει σε επίσημο παιχνίδι, κάτι που ήθελε διακαώς, μιάς και τότε στην Ίντερ αγωνιζόταν ο κολλητός του φίλος, Γιώργος Καραγκούνης. Ως εκ τούτου, τον Ιανουάριο του 2005 δόθηκε δανεικός στην Αταλάντα παίζοντας μόλις ένα ματς. Επέστρεψε στο Γκιουσέπε Μεάτσα τον Ιούλιο και παραχωρήθηκε εκ νέου δανεικός στην Ισπανική Μαγιόρκα. ‘’ Στους πειρατές το κοντέρ έγραψε 9 αγώνες και 2 γκολ, συγκομιδή που δεν ήταν αρκετή για να τον κρατήσει στη Λα Λίγκα. Έπειτα από ένα εξάμηνο,γύρισε και πάλι στο Μιλάνο, για να φτιάξει τη βαλίτσα του και να κατηφορίσει στο Ρήγιο για λογαριασμό της Ρετζίνα. Ούτε εκεί μπόρεσε να μακροημερεύσει, αφού έπαιξε 9 φορές ,χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Στην Ίντερ επέστρεψε το καλοκαίρι του 2006, για να προσπαθήσει να κερδίσει μία θέση στο πολύ δυνατό και ποιοτικό ρόστερ της πρωταθλήτριας στην Ιταλία. Όπως ήταν λογικό ο Λάμπρος Χούτος δεν μπορούσε να εκτοπίσει από την ενδεκάδα κάποιον εκ των Ιμπραϊμοβιτς, Κρούζ, Αντριάνο, Κρέσπο ή Ρεκόμπα που ήταν στα τελείωματα της ανοδικής του πορείας και γι΄αυτό βρισκόταν τις περισσότερες φορές στην εξέδρα, κάποιες λίγες στον πάγκο και ελάχιστες στο γήπεδο (3). Η αποτυχία του  28 χρονου Χούτου να στεριώσει κάπου, τον έκανε να σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο επιστροφής στην Ελλάδα.

Έτσι λοιπόν,  η Ίντερ  άφησε τον Χούτο  ελεύθερο το καλοκαίρι του 2007 κι εκείνος υπέγραψε με τον Πανιώνιο του Έβαλντ Λίνεν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, έχοντας το δικαιώμα να αρχίσει να αγωνίζεται από τον Ιανουάριο του 2008. Στους κυανέρυθρους την πρώτη του χρονιά (μισή επί της ουσίας), αγωνίστηκε σε 18 παιχνίδια πετυχαίνοντας 10 γκολ (2 μάλιστα κόντρα στην ΑΕΚ, στο ΟΑΚΑ). Το καλοκαίρι του 2008 ο Πανιώνιος συμμετείχε στο κύπελλο Ιντερτότο της Ουέφα, από τον δεύτερο γύρο και ο Χούτος πετυχαίνοντας στον δεύτερο αγώνα κόντρα στο Βελιγράδι δύο τέρματα, έστειλε την ομάδα της Νέας Σμύρνης στον τρίτο γύρο, εκεί όπου συνάντησε την πολύ δυνατή Νάπολι, η οποία έβαλε τέλος στο όνειρο των κυανέρυθρων. Την επόμενη χρονιά έπαιξε 9 ματς πρωταθλήματος, βάζοντας 2 γκολ, φορώντας μάλιστα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού του Πανιωνίου, εως ότου τσακωθεί με τον προπονητή του,  Έβαλντ Λίνεν. Ο Γερμανός τεχνικός αποχώρησε από την ομάδα, ενώ ο Χούτος τέθηκε εκτός από τον Πανιώνιο, αφού οι σχέσεις του με τη διοίκηση είχαν οδηγηθεί σε οριστική ρήξη. Τα παραπάνω ανάγκασαν τον Πανιώνιο να θέσει τον Χούτο υπό παραχώρηση στο χειμερινό μεταγραφικό παζάρι.

Ο ΠΑΟΚ εκδήλωσε ενδιαφέρον για τον παίκτη και τελικά ο ‘’γάμος’ ‘’ έγινε στα τέλη Ιανουαρίου 2009. Οι Θεσσαλονικείς πλήρωσαν  150 χιλιάδες ευρώ στον Ιστορικό. Ο Χούτος έψαχνε πάλι την αγωνιστική του αναγέννηση, αλλά δεν δικαίωσε τους ανθρώπους του ΠΑΟΚ για την επιλογή τους. Έφυγε με το τέλος της σεζόν, παίζοντας 9 ματς. To καλοκαίρι του 2009 την έκανε πάλι για Ιταλία, για να παιξει σε πολύ χαμηλότερου επιπέδου πρωτάθλημα, αυτό της Serie C, με τη φανέλα της άσημης Πεσίνα. Εκεί έπαιξε 19 φορές, σκοράροντας 3 τέρματα. Ωστόσο η Πεσίνα χρεοκόπησε το 2010, πράγμα που ώθησε τον Χούτο προς την έξοδο, έπειτα από την ολοκλήρωση της αγωνιστικής περιόδου. Το 2010 λοιπόν και λίγους μήνες προτού καν συμπληρώσει τα 31 του έτη, ο Λάμπρος Χούτος πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από την ενεργό δράση.

O Λάμπρος Χούτος είχε το ταλέντο αλλά οι τραυματισμοί και ο χαρακτήρας του τον εμπόδισαν από το να καθιερωθεί στον Ολυμπιακό και να κάνει μία πιο καλή καριέρα εν συνεχεία στο εξωτερικό. Ήταν παίκτης που ήθελε να έχει στραμμένα  επάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, μία εκρηκτική περσόνα που χαράμισε το ταλέντο του και ίσως δεν έπιασε τις ευκαιρίες που του δόθηκαν από τα μαλλιά. Ακόμη και στο φινάλε της καριέρας του, στον Πανιώνιο θα μπορούσε να είχε διαχειριστεί καλύτερα τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του και να μην είχε προβεί στο γνωστό επεισόδιο με τον βοηθό του Λίνεν, αλλά και τον ίδιο. Πραγματικά κανείς δεν ξέρει τι θα γινόταν αν ο Χούτος δεν είχε τόσο ατίθασο χαρακτήρα. Όπως και να χεί πάντως ο Έλληνας φορ πανηγύρισε με τους ερυθρόλευκους 3 πρωταθλήματα Ελλάδος, ενώ και με την Ίντερ πρόσθεσε στην τροπαιοθήκη του μία κούπα Serie A, καθώς και ένα Κόπα Ιτάλια.

Στα παραλειπόμενα, αξίζει να αναφέρουμε πώς ο Λάμπρος Χούτος φιγούραρε ως εξώφυλλο της Ελληνικής έκδοσης  του fifa 2002, δείγμα και του πόσο τον πίστευαν οι ποδοσφαιράνθρωποι της εποχής εκείνης.

Επιμέλεια:Γιάννης Λιβανός

Leave a Reply